Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου

Ο Ξενοφών ξεκλείδωσε, σήκωσε το στόρι και πήγε στο καμαράκι του, άνοιξε τις κάμερες και πήρε τη γνώριμη θέση του μπροστά στην πασιέντζα. Ο καφές άχνιζε στο πλαστικό ποτήρι. Πήγε να τραβήξει μια γουλιά, χωρίς τσιγάρο -τί μαρτύριο αυτός ο νόμος- όταν είδε μια ομάδα να παίρνει θέση στην είσοδο και να ανοίγει πανώ.

-Διάολε, τί ‘ν’ τούτοι;

Έκοψε φάτσες, άγνωστοι οι περισσότεροι, αλλά είδε και γνωστούς ανάμεσα. Βγήκε έξω φουριόζος.

-Παρακαλώ, να αποχωρήσετε, είναι ιδιωτικός και απαγορεύετε την είσοδο.

Το ύφος το είχε καλλιεργήσει από πριν, όταν έκανε όνειρα ότι θα έμπαινε στην Αστυφυλάκων. Με τους βαθμούς του βέβαια πέρασε Ζωϊκής Παραγωγής και μπήκε σε εταιρεία Σεκιούριτι.

-Έχουμε απεργία σήμερα, φώναξε ένας δίπλα από την ντουντούκα.

-Πάνε μέσα Ξενοφών, το μαγαζί απεργεί σήμερα.Αυ

Ωχ, αμάν, τώρα τί κάνουμε; Πήγε μέσα, πήρε τηλέφωνα προϊστάμενους, διευθυντές, άκρη δεν έβγαλε. “Να δουλέψουν γιατί θα απολυθούν να τους πεις”.  Αυτό κράτησε και πήγε να τους το πει σίγουρος ότι θα πάνε για δουλιά.

-Άντε, σταματήστε αυτά τώρα και πάτε μέσα για δουλιά. Σε λίγο θα αρχίσει να έρχεται κόσμος, άντε!

-Είσαι χαζός ρε ή τον παριστάνεις; Απεργούμε ρε! Άντε τράβα μέσα.

Ο Μπάμπης που φώναξε, ήταν γιος πολύτεκνων. Τους πολύτεκνους τους είχε άχτι γιατί παίρνανε παραπάνω μόρια στην σχολή που δεν πέρασε ο ίδιος. Του γύρισε το μάτι και άρχισε να φωνάζει.

-Πάτε μέσα ρε κοπρόσκυλα για δουλιά, δεν καταλαβαίνεις ότι άμα απεργήσεις θα απολυθείς;

Κι ο Μπάμπης αμέσως του απάντησε.

-Κι αν δεν απεργήσω, νομίζεις δεν θα με απολύσουνε;

23 Φλεβάρη

Το 1943 γεννήθηκε η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων στις 23 Φλεβάρη.
Στο ιδρυτικό της κείμενο αναφέρονται μεταξύ άλλων και οι σκοποί της, που περιελάμβαναν την εθνική απελευθέρωση, την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των νέων (οικονομικών, πολιτικών, μορφωτικών και εκπολιτιστικών) και η εξόντωση του φασισμού.
Τους ίδιους σκοπούς, καλούμαστε να πραγματοποιήσουμε και σήμερα, παρά το γεγονός ότι πέρασαν 68 χρόνια. Η κυβέρνηση είναι και σήμερα φασιστική, ο εθνικός πλούτος ξεπουλιέται συνεχώς και η εθνική κυριαρχία παραχωρείται, ενώ τα δικαιώματα πετσοκόβονται μέρα με τη μέρα. Η απεργία της Τετάρτης, 23 Φλεβάρη 2011 δεν είναι μόνο ανάγκη του σήμερα. Το χρωστάμε σ’ αυτούς που πολέμησαν και πέθαναν τότε, με τα ίδια ιδανικά.

Του Αγίου

…όχι ρε αναγνώστη, χεχεχε, όχι αυτού του αγίου, …ανήμερα…! Του άλλου, του αγίου με τα σοκολατάκια, τις καρτούλες και τα τέτοια.

Λοιπόν, αυτόν τον άγιο δεν τον γιόρτασα ποτές. Δύο λόγοι υπάρχουν για να μην γιορτάσεις αυτή τη μέρα. Ή να μην έχεις τί να γιορτάσεις ή να μην γουστάρεις. Το πρώτο δεν συνέβαινε, διότι είμαστε και γαμάτοι τέλος πάντων, οπότε πηγαίνουμε στο δεύτερο. Δεν γουστάρω ρε Βαλεντίνε, α γαμήσου. Όχι, δεν είναι ότι δεν γουστάρουμε τις χριστιανικές εορτές διότι είμεθα άθεοι. Μια χαρά τις τιμάω καθώς είναι μέρος των εθίμων του λαού. Άλλωστε αυτός ο ρημαδιασμένος ο λαός όλο ευκαιρίες να γιορτάσει θέλει, να γλεντήσει, να ξεχάσει τον πόνο του, να χαρεί λίγο. Θα μου πεις, τί να χαρεί, με δυο ευρώ στην τσέπη τί χαρά να πάρεις; Ξέρω γω ρε μόρτη, τί να σου πω, να, πλατεία, παγκάκι, μπύρες και πασατέμπα. Ή αφήνεις στην άκρη τον πασατέμπο και πας μονάχα για μπύρες. Κι ύστερα αναρωτιούνται πώς πέφτουν στο ποτό, αφού απλά είναι τα πράγματα.

Δηλαδή γιατί θα πρέπει οι ερωτευμένοι να έχουν την δική τους μέρα ντεμέκ γιορτής; Είναι σαν τη “μέρα χωρίς αυτοκίνητο” μάλλον που παίρνουν όσοι το θυμούνται τα ΜΜΜ και τα ποδήλατα και τα ποδάρια τους, αλλά τον υπόλοιπο χρόνο πάνε στο περίπτερο με το στέισον βάγκον που καίει ένα διυλιστήριο στο μήνα. Τί να μας πει μια μέρα. Και στο φινάλε ποιος ήταν αυτός ο Βαλεντίνος και γιατί πρέπει να υπάρχει χριστιανική εορτή; Ο χριστιανισμός κατέπνιξε την σεξουαλικότητα και τον έρωτα. Ευλόγησε λέει αυτός ο φλώρος κάτι ζευγάρια και τέτοια. Μαλακίες. Την επόμενη μέρα, 15 Φλεβάρη, είναι τα Λουπερκάλια, ρωμαϊκή γιορτή της γονιμότητας και έπρεπε οπωσδήποτε ο κόσμος να αλλάξει την παλιά γιορτή με μια καινούργια, χωρίς να χαθεί ο χαρακτήρας της. Σατουρνάλια-Χριστούγεννα, Καλένδες-Κάλαντα-Πρωτοχρονιά, Πάσχα-Άνοιξη. Παλιό το παραμύθι.

…και να φανταστεί κανείς ότι τα λείψανα του αγίου υποτίθεται ότι είναι στη Μυτιλήνη. Εκεί που μεγάλωσα δηλαδή. Άντε καλά, ό,τι πείτε.

Από την άλλη βέβαια, μια αφορμή δεν είναι κακό να υπάρχει. Δηλαδή ας πούμε ότι φτάνει η ώρα που διαχωρίζεται το κράτος από την εκκλησία, αμήν και πότε, ά-να-νεεεεεεεες (ήχος πρώτος). Θα καταργήσουμε το Πάσχα ως γιορτή, ή τα Ιησούγεννα, ή την Καθαρή Δευτέρα; Ε όχι ρε αναγνωσταρά μου, καθώς οι γιορτές-αργίες υπάρχει λόγος που βρίσκονται εκεί, σκορπισμένες όλο το χρόνο. Για να ξεκουράζεται ο κόσμος μια μέρα παραπάνω κατά τη διάρκεια του έτους, μήπως και φορτίσει λίγο το πάουερ σελ του. Κι άμα φτάσει η μέρα που κανένας δεν θα ξέρει τί πάει να πει Χριστούγεννα, τότε θα αλλάξει η γιορτή. Μπορεί να μετακινηθεί κιόλας και να τα γιορτάζουμε πιο νωρίς, π.χ. την μέρα της Οκτωβριανής Επανάστασης, δηλαδή μέσα στο Νοέμβριο. Κι αντί για Πάσχα, Παρισινή Κομμούνα. Μια χαρά βγαίνουν, κοίτα να δεις… Κι αντί για Άη Γιώργη θα έχουμε Βλαντιμιρ Μαγιακόφσκι (14 Απρίλη).

Παρεμπιπτόντως, για τον Μαγιακόφσκι, δύο πράγματα είχαν σημασία, ο έρωτας κι η επανάσταση. Το πρώτο, το παλεύουμε.

Το δεύτερο, πότε;

‘στερόγραφον. Πριν δύο χρόνια απολύθηκα από τον ελληνικό Στρατό. Τυχαίο; Δεν νομίζω.

Ξαφνικά

Από κει που είχαμε θερμοκρασία είκοσι βαθμών της κλίμακας Κελσίου, την άλλη μέρα το πρωί είχαμε πέντε. Κι όταν λέω την άλλη μέρα, εννοώ σήμερα. Δηλαδή την ημέρα Παρασκευή, Δεκάτη του Δεκέμβρη του έτους 2010 κατά την Κοινή Χρονολόγηση. Αλλά επειδή το Internet είναι κομματάκι αργούτσικο στο να διαδίδει αυτές τις καταπληκτικές πληροφορίες και μπορεί αναγνωσταρά μου να το διαβάσεις πιο μετά, γι’ αυτό χρησιμοποιώ παρελθοντικό χρόνο έτσι ώστε να σου είναι πιο φυσικό. Μπερδεύτηκες; Δεν πειράζει, φυσικό είναι. Δεν είναι τίποτα, δώσε μια με το ξίφος και μην σε απασχολεί. Και το τζιμάνι ο Αλέκος που μετά τον κάνανε Μέγα, αυτό έκανε κι έσπασε τον κόμπο του Γόρδιου και είμαστε όλοι πολύ χαρούμενοι που το ξέρουμε αυτό.

Στα ξαφνικά λοιπόν, ήρθαν τα κρύααα… Θα βάλομε μπρος τις φουφούδες να καύσωμεν τα ξύλα για να παράξωμε θέρμη ίνα ζεσταθεί το κοκαλάκι μας. Ή το κωλαράκι μας, αν αυτό σας εξυπηρετεί πιότερο. Διότι πλέον και το πετρέλαιο είναι δυσθεώρητο, καθώς η τιμή του υψώθηκε κάμποσο. Ή μάλλον για να είμαστε σωστοί, η σχετική του μισθού τιμή είναι πολύ υψηλή.

Παρένθεση. Κοίτα να δεις που για smalltalk πήγαινε και μου βγαίνει σεντονάκι. Κλείνει η παρένθεση.

Το ηλεκτρικό ρεύμα επίσης ακρίβυνε, άρα… επιστροφή στη φύση. Εμπρός προς τα πίσω. Έτσι στα ξαφνικά γυρνάμε καμιά πενηνταριά χρόνια πίσω. Σε όλους τους τομείς.

Και να πεις ότι γίναν ξαφνικά και …δεν τα βλέπαμε; Τα φωνάζαμε, όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά σιγά μην σας πιστέψουμε. Εσείς τα λέτε γιατί θέλετε να μολύνετε όλους με το μικρόβιό σας, σιχάματα, την είδαμε και τη Ρωσία πού είναι τώρα, αποτύχατε, πάρτε το χαμπάρι, ο καπιταλισμός είναι ο δρόμος… …και άλλα κλασικά εικονογραφημένα. Ναι, ο καπιταλισμός είναι ο δρόμος. Προς το σοσιαλισμό. Όχι αυτόν που έχουν στο όνομα μια σειρά κόμματα ανά τον κόσμο και το δικό μας Σοσιαλδημοκρατορικό που κυβερνάει. Τί να κάνουμε, από καπιταλισμό θα περάσουμε για να πάμε στον σοσιαλισμό. Τον κανονικό σοσιαλισμό, εκεί που παύει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Το κρύο σήμερα ήρθε ξαφνικά. Έτσι στα ξαφνικά θα έρθουν κι άλλα πράγματα. Αλλά αυτά θα είναι ζεστά…

Άντε γερά. Μια πνοή κι ανάσανε.

Ένα γιατρό ρε παιδιά!

Αυτοχρίστηκαν γιατροί λοιπόν, οι ηγήτορες του Διεθνούς Πτωχευματικού Ταμείου. Μπορεί να μή θέλουμε, αλλά αυτοί είναι υποχρεωμένοι να μας βγάλουν από την αρρώστια.

Ρε συ, κάτι μου θυμίζει αυτό. Πριν 40 χρόνια κάτι ανάλογο δεν έλεγε κι ακόμα ένας; Κάτι για ασθενείς, γύψους, χειρουργεία κι άλλα ιατρικά;

Μπα… Ιδέα μου θα είναι.

Ορίστε;

Άντε μια…

…κι άλλη μια. Έτσι πάει πλέον, μέρα τη μέρα μετράμε, σαν τις χάντρες του κομπολογιού. Δεν ξέρω για σένα αναγνώστη μου, εγώ καμιά φορά δεν έχω όρεξη μήδε για χιούμορ. Μα, είμαστε για χιούμορ και για καλαμπούρια πια;

Από την άλλη μεριά, μήπως κι αυτό -το χιούμορ δηλαδίς- είναι τρόπος να μείνουμε ζωντανοί; Πριν μερικούς μήνες είχα το τσιγάρο -έξι μήνες χωρίς, btw, fucking yeah-, έλεγα “μόνο αυτό μας έμεινε”, μετά “μόνο το φαΐ μας έμεινε”, τώρα λέμε “το χιούμορ μας έμεινε”, περάσαμε στα άυλα ήδη. Όταν εξαντληθεί και η τελευταία σταγόνα χιούμορ και θα έχουμε μόνο οργή, τί γίνεται άραγε;

Πληθαίνουν κι οι ψυχώσεις. Το βλέπω κάθε μέρα στη δουλειά πλέον, ο κόσμος τρελαίνεται, γίνεται παράλογος, όλο και περισσότερο. Σάμπως να θέλει να αντιδράσει, δεν μπορεί κι έτσι ασυνείδητα ενσωματώνεται μέσα στον παραλογισμό του καιρού του. Διότι είναι εντελώς παράλογο όλο αυτό που βιώνουμε. Μας κοροϊδεύουν στα μούτρα μας, δήθεν για εξοικονόμηση χρημάτων “του κράτους” λες και το κράτος είναι κάτι που κοντράρεται με τους “πολίτες”, δήθεν για “έλλειμμα”. Ντεμέκ, που λέμε κι εδώ στα βόρεια. Την ίδια στιγμή που τα κέρδη των τραπεζών τρέφουν μικρά κράτη και με το παραπάνω. Την ώρα που οι εφοπλιστάδες παραγγέλνουν κι άλλα πλοία, την ώρα που αντί να αξιοποιηθεί το κοινωνικό κεφάλαιο, αυτό ξεπουλιέται στα ξένα χέρια για ένα ξεροκόμματο. Καλά λέει ο Άκης Πάνου:

Άσ’ τον τρελό στην τρέλα του,
άστονα στ’ όνειρό του.
Τον κόσμο αυτό σιχάθηκε
κι έφτιαξε ένα δικό του.

Γι’ αυτό και μας λένε τρελούς. Ή ρομαντικούς. Επειδή δεν αποδεχόμαστε το γύρω μας ως δεδομένο, ως θέσφατο και θέλουμε να φτιάξουμε κάτι άλλο. Γιατί θέλουμε να αλλάξουμε κάτι που υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια, αυτό το γαμήδι που λέγεται εκμετάλλευση και μας τρώει κάθε μέρα το κορμί και το μυαλό. Κι άντε συ να εξηγείς ότι δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση, αλλά ανθρώπινη -κοινωνική- συμπεριφορά, ότι δεν είναι ουτοπία η αλλαγή της κοινωνίας, της οικονομίας, του πολιτικού συστήματος. Το τεκμηριώνεις με ιστορικά παραδείγματα, με επιστημονικά δεδομένα, αλλά πού να σ’ ακούσει ο άλλος.

Άντε μια κι άλλη μια, μια πνοή κι ανάσανε. Καλά τα λες, αλλά…

Αυτό το γαμημένο «αλλά», πάντα εκεί. Κι άμα του πεις ότι εμείς μιλάμε ντόμπρα, ξεκάθαρα, σταράτα, δεν κοροϊδεύουμε όπως τα άλλα κόμματα -μικρά και μεγάλα- εδώ και δεκαετίες, μπορεί και να θυμώσει γιατί τον είπες ηλίθιο που τα ψηφίζει και τα ξαναψηφίζει. Άντε γαμώτο, κάνε το βήμα λέμε, μια πνοή κι ανάσανε! Αλλά… μπαίνει το γαμημένο το «αλλά» και τούμπαλιν. Παίζω κιθάρα και παίζεις τούμπα και ντάμπα-ντούμπα.

Και μιας και πολύ το ρίξαμε στη μελαγχολία, ας ευθυμήσουμε λίγο, μέρες που έρχονται (;).

Μέρι κρίση μας.

Από τις Ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου

Όταν τέλειωσε ο πόλεμος και γύρισε από το μέτωπο, ο Ηρακλής -πατημένα τα σαράντα- άνοιξε ένα μαγαζί, σιδηρικά-χρώματα. Τα απογεύματα έπαιζε “πινόκ” και πρέφα-καπίκι στο καφενείο, γυναίκα δεν είχε. Για τον πόλεμο δεν μιλούσε ποτέ, κι αν πήγαινε η κουβέντα κατά κει ή τον ρωτούσε κανένας, δεν μιλούσε κι άλλαζε γρήγορα το θέμα. «Δεν θέλω να μιλάω γι’ αυτά», έλεγε ξερά, όταν τον ζόριζαν να τους πει καμιά ιστορία.

Τα χρόνια πέρασαν και κάτι συγγενείς από την επαρχία του ζήτησαν να φιλοξενήσει έναν ανιψιό του, που ερχόταν στην πόλη να σπουδάσει. Δεν του άρεσε η ιδέα, αλλά τί να γίνει, δέχτηκε στην αρχή. Ήρθε ο Παυσανίας, εγκαταστάθηκε, όλα καλά. Ούτε που βλεπόντουσαν καλά καλά, ο ένας το μαγαζί, ο άλλος τα μαθήματά του.

Μια μέρα ο Παυσανίας ανέβηκε στο πατάρι. Είχε βάλει εκεί ο Ηρακλής κάτι πράγματα του Παυσανία, μαζί με τις βαλίτσες του. Κάτι γυάλισε στο σκοτάδι και είδε το ντουφέκι. “Δεν ήξερα ότι κυνηγάς θείε Ηρακλή”, του είπε το βράδυ όταν γύρισε από το καφενείο.

-Εγώ ήπια το ουζάκι, εσύ μέθυσες; Δεν κυνηγάω βρε, τί λες;

-Και το ντουφέκι στο πατάρι τί είναι;

-Α, αυτό λες. Λοιπόν, να ξέρεις… …ο πόλεμος δεν τέλειωσε τότε.

Πορνό, γιατί όχι;

Ο Μπουτάρης λέει θα αναμορφώσει την TV100. Θα βάλει ζώνες κλασικής μουσικής (ορίστε;), μειονοτήτων (ορίστε;) και …πορνό, γιατί όχι;

Πέρα από το ότι δεν κατανοώ το γιατί πρέπει να μπαίνει ένα είδος μουσικής σε “ζώνη”, λες και είναι μίασμα, δεν κατανοώ και τις μειονότητες. Υπάρχουν μειονότητες στην Ελλάδα ρε υποψήφιε; Τες πα, τα αγνοώ αυτά, το ζουμί είναι στο πορνό.

Σαν βρίσκονταν τα έιτις (βλ. το ποστ μου για την εϊτίλα) στην δύση τους, το 1988, η αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία είχε παράγει μια εξαιρετική ταινία στον δρόμο της ιμπεριαλιαστικής συμφιλίωσης, ονομαζόμενη Red Heat και μου διαφεύγει η ελληνική μετάφραση. Η υπόθεση αφορούσε σε έναν σοβιετικό (οι οποίοι σοβιετικοί ονομάζονται πάντα “Ρώσοι”, λες και δεν υπήρχαν άλλες εθνικότητες στην ΕΣΣΔ) πράκτορα της KGB ο οποίος πηγαίνει στο Αμέρικα όπως οι Leningrad Cowboys για να πιάσει έναν μεγάλο ρώσο (αυτός δεν ήταν σοβιετικός, άρα καλώς αποκαλείται ρώσος) έμπορο ναρκωτικών, ζητώντας τη βοήθεια των αμερικανικών υπηρεσιών, αφού έχουν και τεράστια εμπειρία με τα ναρκωτικά. Καθώς λοιπόν ο προσφιλής μας σοβιετικός πράκτωρ, τον ρόλο του οποίου υποδύεται ο (διαβάστε με αμερικανική προφορά παρακαλώ) μίστερ γιούνιβερς, μίστερ ολύμπια και μετέπειτα γκόβερνορ της Καλιφόρνια, (ταντάάάάάάά) Άρνολντ Σγουάρτζενέγκερ (διότι το αυστριακό w [β] διαβάζεται στα αμερικάνικα [γ]), καταλύει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, ανάβει την τηλεόραση που βρίσκεται εντός του δωματίου. Περιπλανώμενος του χαώδους λαβυρίνθου των τηλεοπτικών καναλιών, πέφτει και σε μια ηρωικότατη …τσόντα. Παρακολουθώντας λίγο, αλλάζει κανάλι αναφωνόντας “capitalism”.

Όσο γραφικό κι αν ακούγεται, είναι αληθές. Αυτό που ο μίστερ Μπουτάρης παρουσιάζει σαν ντεμέκ προοδευτικό, την αποδοχή του πορνό στο δημοτικό τηλεοπτικό σταθμό, αποτελούσε στην Σοβιετική Ένωση αδίκημα. Η πορνεία, η πορνογραφία ήταν αδικήματα σοβαρά που τιμωρούνταν. Δεν είναι πρόοδος η πορνεία, είναι σαπίλα. Σαπίλα που υπάρχει μαζί με τον καπιταλισμό. Η πορνογραφία, η πορνεία, υπάρχει γιατί ο έρωτας καταπιέζεται μέσα στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επιβάλλει ο καπιταλισμός. Ούτε πρόοδος είναι, ούτε εκσυγχρονισμός, ούτε απαίτηση της εποχής. Κατάλαβες πορνόγερε;

Σιωπή

Η σιωπή είναι χρυσός. Αλλά ο Νεγρεπόντης λέει ότι όσο η σιωπή είναι χρυσός, τόσο του νέγρου ο ιδρώς για τον λευκό είν’ θησαυρός. Η σιωπή μου προς απάντησίν σας. Τα ξύλινα σπαθιά λένε για μια παλιά φωτογραφία στην άδεια παραλία, αλλά είναι ένα κλαψομούνικο τραγουδάκι που δεν αντιπροσωπεύει τα σπαθιά, imho & stfu. Σωπαίνεις, θυμάσαι και μεθυσμένη μες στον ύπνο σου γελάς. Άμα η γυναίκα σου μουρμουράει, εσύ στη γωνιά σου σιωπηλός, το τσιγάρο σου, το κομπολόι σου, που λέει κι ο Τσιφόρος. Για όσα δεν μπορούμε να μιλήσουμε καλύτερα να μείνουμε σιωπηλοί, Βιτγκενστάιν, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα.

Τί να προλάβεις να πεις. Κι άμα πεις ενοχλούνται κι οι μπροστινοί και γυρνάνε με το δάχτυλο, σσσσσσσσς, ακούμε! Τί ακούς ρε μάστορα, ακούς, αλλά καταλαβαίνεις; Γιατί αν καταλάβαινες δεν θα ήθελες να ακούς άλλο.

Η κυρία Τσεχ πέθανε σιωπηλά και ήρεμα, γνωρίζοντας την τελευταία μεγάλη χαρά της στην αγκαλιά της Γερμανίας, λέει ο Μπρεχτ στο “Πόσο κοστίζει το σίδερο;”. Όλοι σιωπηλά πεθαίνουν. Σαν τα πρόβατα. Σιωπή των Αμνών.

Η σιωπή λέει είναι εκκωφαντική κι άλλες ιστορίες στα κλασικά εικονογραφημένα. Η ησυχία πριν την καταιγίδα.

Απλά ένα ποστ για να σπάσει η σιωπή, έστω και φευγαλέα.

Τί κάνουμε, τζιτζίκια πεταλώνουμε;

Έρχεται ο τυπάς με την εξής ιστορία:
“Πήγα στο Apple Store στο Βέλγιο (σ.σ. δεν έχει Apple Store στο Βέλγιο, πιθανόν εννοεί κάποιον μεταπωλητή Apple), δεν άνοιγε το Safari. Το κρατήσανε μια μέρα, δεν βρήκαν τί έχει και μου βάλανε τον Firefox για να κάνω τη δουλιά μου. Μήπως μπορείτε να το δείτε;”
30 δευτερόλεπτα αργότερα φεύγει με Safari πλήρως λειτουργικό.

Ό,τι λέει ο τίτλος δηλαδίς.