Χτύπησε η πόρτα. “Δεν περιμένω κανέναν”, σκέφτηκε, αλλά σηκώθηκε. Άνοιξε, είδε μπροστά του έναν χαμογελαστό τύπο, με στολή, καπελάκι. Κρατούσε ένα δέμα, ήταν από τους λεγόμενους κούριερ.
-Καλημέρα! Ένα δέμα για τον κύριο Αναστασόπουλο!
-Έχετε κάνει λάθος, εγώ λέγομαι Σωτηρόπουλος.
-Δεν έχει σημασία κύριε! Κι εσείς άνθρωπος δεν είστε;
Archive for Ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου
Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου
Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου
Έπεσε ένα φύλλο σε μια λίμνη. Εκεί επέπλεε στην επιφάνεια των νερών για ώρες ώσπου κάποια στιγμή άρχισε να βρέχει, πυκνή βροχή, με χοντρές στάλες. Τότε η δύναμη των σταγόνων που έπεφταν πάνω του, το ανάγκασαν να βυθιστεί. Ύστερα, το ρεύμα του ποταμού που χυνόταν στην λίμνη το ξαναέβγαλε στην επιφάνεια.
Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου
Το κυλικείο του σχολείου το είχε μια καλοσυνάτη γυναικούλα, η Αντιγόνη. Όλα τα παιδάκια βέβαια, την φωνάζανε “θεία”.
-Θεία, με δίν’ς ένα κ’λούρ’;
-Θεία, πόσου κάν’ του ρίζα;
“Ρίζα”. Έβλεπε το “pizza” πάνω στο σακουλάκι με τα γαριδάκια και το διάβαζε ρίζα….
Μια μέρα, ο διευθυντής του σχολείου την φώναξε με το όνομά της. Δηλαδή έτσι νόμιζε, αλλά χρησιμοποίησε άλλο όνομα! Ποιος ξέρει γιατί, ίσως μπερδεύτηκε, ίσως είχε άλλη στο κεφάλι του, ήταν γενικά κι από τους τύπους που αφηγούνται πώς πιάσανε ένα ροφό δέκα κιλών ενώ δεν ξέρουν ούτε να δολώνουν πετονιά, πολύ δεν ήθελε!
Τ’ άκουσαν το όνομα οι πιτσιρικάδες που περιμέναν ουρά. Χαλούσαν τον κόσμο πιο πριν, αλλά μόλις μπήκε “ο κύριος” άχνα δεν βγάζανε. Τ’ αρπάξανε το όνομα λοιπόν και το βάλανε κατευθείαν στο λεξιλόγιο. Η θεία έγινε επώνυμη!
Έρχεται μια μέρα ο άντρας της Αντιγόνης, ο Βασίλης, από το σχολείο να την πάρει να πάνε σπίτι. Είχε κανά εικοσάλεπτο να κλείσει το σχολείο, τί να κάνει ο άνθρωπος, κάθισε να πιει ένα καφέ και περίμενε να σχολάσει η γυναίκα του. Δεν πρόλαβε να τραβήξει μια ρουφηξιά και έσκασε μύτη ένας μπόμπιρας να πάρει μια τσίχλα.
Άκουσε ο Βασίλης πώς την φώναξε ο μικρός, συλλογίστηκε, άναψε τσιγάρο. Την ρώτησε:
-Γιατί ο πιτσιρικάς σε φώναξε Ελπίδα;
Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου
Μια φορά ένας τύπος, γύρισε στο σπίτι του, άνοιξε το ψυγείο και πήρε μια κρύα μπύρα. Την άνοιξε με το δόντι, τώρα τελευταία τον πονούσε αυτή η κίνηση, αλλά δεν έδινε και μεγάλη σημασία στο γεγονός. Κάθισε στον καναπέ, άνοιξε την τηλεόραση, έβαλε το ματσάκι που είχε γράψει στο DVD, πήρε τηλέφωνο τον κολλητό κι άρχισαν να τα λένε. Τίποτα το ουσιαστικό στην κουβέντα, απλά τα λέγανε.
Κάποια στιγμή τράβηξε μια ρουφηξιά από το μπουκάλι.
“Φφφφττττ!”, έκανε φτύνοντας.
-Να γ… !
-Τί έγινε ρε κολλητέ; Έπαθες κάτι;
-Η μπύρα ρε! Ζεστάθηκε!
Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου
Μια μπαλαρίνα (δεν ήταν ιδιαιτέρως γνωστή, μα ήταν πολύ καλή και γι’ αυτό ήταν και μόνιμο μέλος του Κρατικού Μπαλέτου) μια φορά πήγε στο Πανεπιστήμιο να δει μια φίλη της που εξεταζόταν στη διπλωματική της. Πτέρυγα 4 της Πολυτεχνικής, όροφος 5, διάδρομος 9, αίθουσα 30β, στις 11 το πρωί στις 23 Φλεβάρη της είχε πει η φίλη της. Η κακομοίρα όμως η μπαλαρίνα μας δεν τα πήγαινε καλά με τους αριθμούς, κι έτσι …χάθηκε. Περπατούσε λοιπόν για ώρα μήπως και καταφέρει να θυμηθεί πού ακριβώς έπρεπε να πάει, ώσπου κατά τις 12 και μισή βλέπει τη φίλη της να βγαίνει από μια αίθουσα, καταχαρούμενη και ανακουφισμένη.
Ανακουφίστηκε κι αυτή που την είδε, μιάμιση ώρα όλο άγνωστους ανθρώπους έβλεπε!
-Τί έγινε, πώς τα πήγες;
-Τέλεια, τέλεια! Καλά, γιατί δεν ήσουν μέσα;
-Συγνώμη, αλλά… έψαχνα να βρω την αίθουσα, ξέχασα τί μου είπες.
-Και γιατί δεν ρώτησες κάποιον;
Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου
Ένα φορτηγό μια μέρα, προχωρούσε φορτωμένο ζαρζαβατικά για να τα πουλήσει στην λαϊκή. Καθώς προχωρούσε λοιπόν, από την αντίθετη κατεύθυνση είδε να έρχεται ένα άλλο φορτηγό, λίγο μεγαλύτερο από το ίδιο, που κουβαλούσε σωλήνες.
-Εεεεεε, πού πας; Εγώ περνάω από δω!
-Κάνε μας τη χάρη κι άδειασε το δρόμο, να περάσω! Έχω σημαντικότερο φορτίο εγώ!
-Ε όχι και σημαντικότερο!!! Τώρα ρε, θα δεις ποιος είμαι εγώ!
Αυτό συνεχίστηκε για κάμποση ώρα ώσπου πια δεν είχαν τίποτε να πουν. Έτσι ξεκίνησαν να μαρσάρουν, για να λύσουν την διαφορά με φυσικό τρόπο.
…και τότε, πέρασε με ταχύτητα από δίπλα ένα μικρό σπορ αμάξι…
Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου
Μια φορά ήταν ένας αρλεκίνος. Στεκόταν στην πλατεία της μικρής πολιτείας, με το βαμμένο πρόσωπό του και τη στολή του και έκανε παντομίμα, χόρευε, έκανε ταχυδακτυλουργίες και ακροβατικά. Τα παιδιά διασκέδαζαν μαζί του πολύ, γελούσαν και χαιρόντουσαν και οι μεγάλοι θαύμαζαν το ταλέντο του. Στο μυτερό καπέλο του μάζευε μετά από κάθε νούμερο ό,τι πρόσφερε ο καθένας. Έτσι περνούσε τις μέρες του, διασκεδάζοντας τον λαό και ζώντας από τον λαό.
Μια μέρα τον είδε ο άρχοντας της πολιτείας. Διασκέδασε τόσο πολύ που του πρόσφερε να τον πάρει στο μέγαρό του για να τον διασκεδάζει καθημερινά, κι ο αρλεκίνος δέχτηκε.
Έτσι λοιπόν, την επόμενη μέρα, ο αρλεκίνος ξύπνησε, πλύθηκε, ντύθηκε, έφαγε, ξεκουράστηκε και είδε πώς ζουν οι άρχοντες.
Το βράδυ όταν γύρισε ο άρχοντας στο μέγαρό του, ζήτησε να έρθει ο αρλεκίνος να τον διασκεδάσει. Την ώρα που έτρωγε λοιπόν, συνοφρυωμένος από τις υποθέσεις της μέρας που πέρασε, κατέφτασε ο αρλεκίνος, βαμμένος, στην πολύχρωμη στολή του και με το μυτερό του καπέλο στο κεφάλι. Ο άρχοντας του ζήτησε να τον διασκεδάσει.
Όμως αυτός έμεινε σιωπηλός κι ακίνητος. Δεν μπορούσε πια να προσφέρει διασκέδαση.
Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου
Ένα πρωινό ξύπνησε ο Βασιλάκης πριν την ώρα του, δεν είχε φέξει καλά καλά. Αυτός όμως σηκώθηκε, πλύθηκε, χτενίστηκε, ντύθηκε και πήγε στην κουζίνα να φάει πρωινό. Η μαμά του όμως δεν είχε σηκωθεί ακόμα καθώς ήταν πολύ νωρίς και το ξυπνητήρι δεν είχε χτυπήσει. Έτσι ο Βασιλάκης περίμενε ώσπου οι γονείς του σηκώθηκαν και η μαμά του αγουροξυπνημένη πήγε στην κουζίνα να ζεστάνει νερό για τον καφέ τους. Εκεί βρήκε τον Βασιλάκη να περιμένει με ύφος θιγμένο:
-Μαμά, γιατί δεν ξύπνησες πιο νωρίς;
Κι αυτή του απάντησε:
-Κι εσύ που σηκώθηκες, γιατί δεν μας ετοίμασες καφέ;
Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου
Ήταν ένας μπόμπιρας μια φορά που πήγαινε σχολείο. Φορούσε καθαρά ρούχα, έκανε χτένισμα “μπόλκα”, έπαιρνε καλούς βαθμούς. Στο σχολείο λοιπόν κάθε μέρα ήταν μια παρέα από τις μεγάλες τάξεις που του έπαιρνε τα λεφτά. Μια μέρα που το είπε στη δασκάλα και αυτή τους τιμώρησε, αυτοί τον έδειραν. Την επόμενη μέρα που του πήραν πάλι τα λεφτά, δεν το είπε γιατί φοβότανε ότι θα φάει πάλι ξύλο. Έτσι λοιπόν, αυτός συνέχεια φοβότανε, κι αυτοί του παίρνανε τα λεφτά συνέχεια.
Απο τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου
Ήταν μια φορά ένας οδηγός. Αφού ξεκίνησε για την δουλιά του ένα πρωί με το Ι.Χ. του, στο πρώτο φανάρι του χτύπησε το τζάμι ένας πεζός. Κατεβάζει το τζάμι και ρωτάει:
-Τί τρέχει;
-Καλημέρα σύντροφε! Αναρωτιόμουν πού πας και αν βολεύει να με πάρεις και μένα!
-Στο κέντρο πάω, στο στάδιο από πίσω. Αν βολεύει σε παίρνω ευχαρίστως.
-Πλάκα κάνεις; Εκεί πάω!
-Ε, άντε έμπα μέσα γιατί θ’ ανάψει φανάρι!
Έτσι λοπόν ξεκίνησαν μαζί. Κι έτσι, έμεινε άδεια μια θέση στο λεωφορείο.
