Archive for Ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου

Από τις Ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου: τα Ζώδια

Ο Ανάργυρος ήξερε τα πάντα. Κινητή εγκυκλοπαίδεια, μάθαινε συνεχώς. Ιστορία, Χημεία, Πολιτική, αρχαίους συγγραφείς, Κινηματογράφος, δεν τον έπιανες πουθενά. Κι όχι στείρα γνώση, αλλά βαθιά, έτσι ώστε να έχει αναπτύξει μια σπάνια αντίληψη. Χωρίς να γνωρίζει για ένα θέμα, έφτανε με συμπέρασμα εκεί όπου έπρεπε. Κάποιοι του είχαν δώσει το παρατσούκλι “επιστήμων”, κι ας μην είχε τελειώσει το Πανεπιστήμιο.

Το μόνο ελάττωμα του, ήταν η απόλυτη προσήλωση στα Ζώδια. Κι όταν τον ρωτούσαν το γιατί, τον λόγο που δεχόταν ένα εντελώς αντιεπιστημονικό δημιούργημα, η απάντηση ερχόταν αυτομάτως.

-Δεν έχω άλλο τρόπο να ταξινομήσω το χάος της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας. Είναι για μένα η πιο απλή μέθοδος.

Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου

Πριν από χρόνια, την Πρωτοχρονιά, ο Νικήτας είχε ετοιμάσει ένα μεγάλο τραπέζι. Σαλάτες, κρέατα, τυριά, κρασιά, απ’ όλα είχε. Έκανε όλες τις ετοιμασίες, με προσοχή, με μεράκι. Γυαλισμένα πιάτα-ποτήρια-μαχαιροπήρουνα, στολισμένα τα πάντα, τακτοποιημένα, καθαρά και συγυρισμένα. Τα φώτα αναμμένα, μουσική να παίζει.

Κι έτσι κάθισε κι έφαγε, μεσημέρι Πρωτοχρονιάς, μόνος του.

Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου

Ο Ξενοφών ξεκλείδωσε, σήκωσε το στόρι και πήγε στο καμαράκι του, άνοιξε τις κάμερες και πήρε τη γνώριμη θέση του μπροστά στην πασιέντζα. Ο καφές άχνιζε στο πλαστικό ποτήρι. Πήγε να τραβήξει μια γουλιά, χωρίς τσιγάρο -τί μαρτύριο αυτός ο νόμος- όταν είδε μια ομάδα να παίρνει θέση στην είσοδο και να ανοίγει πανώ.

-Διάολε, τί ‘ν’ τούτοι;

Έκοψε φάτσες, άγνωστοι οι περισσότεροι, αλλά είδε και γνωστούς ανάμεσα. Βγήκε έξω φουριόζος.

-Παρακαλώ, να αποχωρήσετε, είναι ιδιωτικός και απαγορεύετε την είσοδο.

Το ύφος το είχε καλλιεργήσει από πριν, όταν έκανε όνειρα ότι θα έμπαινε στην Αστυφυλάκων. Με τους βαθμούς του βέβαια πέρασε Ζωϊκής Παραγωγής και μπήκε σε εταιρεία Σεκιούριτι.

-Έχουμε απεργία σήμερα, φώναξε ένας δίπλα από την ντουντούκα.

-Πάνε μέσα Ξενοφών, το μαγαζί απεργεί σήμερα.Αυ

Ωχ, αμάν, τώρα τί κάνουμε; Πήγε μέσα, πήρε τηλέφωνα προϊστάμενους, διευθυντές, άκρη δεν έβγαλε. “Να δουλέψουν γιατί θα απολυθούν να τους πεις”.  Αυτό κράτησε και πήγε να τους το πει σίγουρος ότι θα πάνε για δουλιά.

-Άντε, σταματήστε αυτά τώρα και πάτε μέσα για δουλιά. Σε λίγο θα αρχίσει να έρχεται κόσμος, άντε!

-Είσαι χαζός ρε ή τον παριστάνεις; Απεργούμε ρε! Άντε τράβα μέσα.

Ο Μπάμπης που φώναξε, ήταν γιος πολύτεκνων. Τους πολύτεκνους τους είχε άχτι γιατί παίρνανε παραπάνω μόρια στην σχολή που δεν πέρασε ο ίδιος. Του γύρισε το μάτι και άρχισε να φωνάζει.

-Πάτε μέσα ρε κοπρόσκυλα για δουλιά, δεν καταλαβαίνεις ότι άμα απεργήσεις θα απολυθείς;

Κι ο Μπάμπης αμέσως του απάντησε.

-Κι αν δεν απεργήσω, νομίζεις δεν θα με απολύσουνε;

Από τις Ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου

Όταν τέλειωσε ο πόλεμος και γύρισε από το μέτωπο, ο Ηρακλής -πατημένα τα σαράντα- άνοιξε ένα μαγαζί, σιδηρικά-χρώματα. Τα απογεύματα έπαιζε “πινόκ” και πρέφα-καπίκι στο καφενείο, γυναίκα δεν είχε. Για τον πόλεμο δεν μιλούσε ποτέ, κι αν πήγαινε η κουβέντα κατά κει ή τον ρωτούσε κανένας, δεν μιλούσε κι άλλαζε γρήγορα το θέμα. «Δεν θέλω να μιλάω γι’ αυτά», έλεγε ξερά, όταν τον ζόριζαν να τους πει καμιά ιστορία.

Τα χρόνια πέρασαν και κάτι συγγενείς από την επαρχία του ζήτησαν να φιλοξενήσει έναν ανιψιό του, που ερχόταν στην πόλη να σπουδάσει. Δεν του άρεσε η ιδέα, αλλά τί να γίνει, δέχτηκε στην αρχή. Ήρθε ο Παυσανίας, εγκαταστάθηκε, όλα καλά. Ούτε που βλεπόντουσαν καλά καλά, ο ένας το μαγαζί, ο άλλος τα μαθήματά του.

Μια μέρα ο Παυσανίας ανέβηκε στο πατάρι. Είχε βάλει εκεί ο Ηρακλής κάτι πράγματα του Παυσανία, μαζί με τις βαλίτσες του. Κάτι γυάλισε στο σκοτάδι και είδε το ντουφέκι. “Δεν ήξερα ότι κυνηγάς θείε Ηρακλή”, του είπε το βράδυ όταν γύρισε από το καφενείο.

-Εγώ ήπια το ουζάκι, εσύ μέθυσες; Δεν κυνηγάω βρε, τί λες;

-Και το ντουφέκι στο πατάρι τί είναι;

-Α, αυτό λες. Λοιπόν, να ξέρεις… …ο πόλεμος δεν τέλειωσε τότε.

Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου

Ο Περικλής ήταν σινεφίλ. Είχε δει πολύ σινεμά, ήξερε τουλάχιστον τρία καντάρια σινεμά και είχε δώσει πολλά λεφτά για εισιτήρια στα σινεμά, για βιντεοταινίες, για ντιβιντι μετά και τελευταία έπαιρνε Blu-Ray.

Ο Περικλής επίσης, είχε ένα φίλο, τον Μενέλαο. Ο Μενέλαος ήταν ιδιωτικός υπάλληλος, δούλευε σε ένα γραφειάκι, έπαιρνε τον μισθουλάκο του και ζούσε τη ζωούλα του, ήσυχα πράγματα. Από σινεμά δεν ήξερε μήτε δράμι.

Μια μέρα λοιπόν, εκεί που εξηγούσε ο Περικλής στον Μενέλαο την καινούργια ταινία που είδε, ένα αριστούργημα καλλιτεχνικό, με άρτια φωτογραφία, άψογη αισθητική, μουσική που υποστήριζε το συναίσθημα και την λογική της ταινίας, τις υποβλητικές ερμηνείες και τα μεγάλα πλάνα, πετάξε την ατάκα:

Α ρε Μενέλαε, γιατί να μην είναι η ζωή μας σινεμά, ε;

Ο Μενέλαος δεν το σκέφτηκε καν, του απάντησε αμέσως:

-Ρε Περικλή ξέρεις γιατί δεν μ’ αρέσουν οι ταινίες;

-Γιατί ρε Μενέλαε; Αφού είναι το ιδεατό, το ονειρικό, αυτό που δεν μπορεί να γίνει! Η φαντασία! Είναι δημιουργία, είναι έκφραση, είναι…

-Περικλή, άσε τί είναι. Ας πούμε ότι ζεις την ζωή σου και κάτι δεν σ’ αρέσει. Κάτι μικρό, ο περιπτεράς, η ομάδα σου, ή κάτι μεγάλο, η δουλιά σου, το αφεντικό σου, η γκόμενα, οι τιμές, το κυκλοφοριακό,  ή πιο μεγάλο, οι πόλεμοι, οι αρρώστιες, η πείνα. Μπορείς να κάνεις κάτι για να το αλλάξεις, κάτι μικρό ή μεγάλο.

Αν η ταινία δεν είναι καλή, τί μπορείς να κάνεις για να την αλλάξεις;

Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου

Η φυλακή ήταν άδεια, γιατί είχε δοθεί Γενική Αμνηστία. Ο διευθυντής, οι φύλακες ήταν όλοι εκεί βέβαια, αφού πληρώνονταν κανονικά και περίμεναν να έρθουν καινούργιοι κρατούμενοι.

Ένα κελί παρ’ όλ’ αυτά, είχε μέσα ένα κρατούμενο. Ο Αναστάσης δεν δεχόταν να φύγει με τίποτα, το κελί του ήταν ξεκλείδωτο, οι πόρτες όλες ανοιχτές, αυτός όμως παρά τις επιμονή του διευθυντή και των φυλάκων, έμενε εκεί. Έλεγε συνέχεια:

-Κι αν βγω έξω, πάλι εδώ θα με στείλουν. Κερδίζω χρόνο λοιπόν.

Από τις ιστορίες του Κυρίου Αγησίλαου

Ο κύριος Αγησίλαος δεν πήγαινε ποτέ σε κηδείες. Όταν τον ρωτούσαν γιατί, απαντούσε:

-Γιατί να πάω στην κηδεία του; Αυτός δεν πρόκειται να έρθει στην δική μου!

Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου

Οι άνθρωποι της πολιτείας ήταν ανήσυχοι, γιατί κάτι δεν πήγαινε καλά τελευταία. Η ζωή τους ήταν πιο δύσκολη. Όλο και λιγότερος χρόνος τους έμενε για την ψυχαγωγία τους, οι κανόνες που είχαν θεσπίσει είχαν αρχίσει να χαλαρώνουν και γελούσαν πολύ λιγότερο. Ανάμεσά τους, οι άνθρωποι που σκέφτονταν πιο πολύ, αυτοί που έγραφαν, που μελετούσαν, που μιλούσαν και τραγουδούσαν, είχαν αρχίσει να ανησυχούν, ως περισσότερο διορατικοί, για το μέλλον της πολιτείας τους.

Ανησυχούσαν και σκέφτονταν ολοένα. Σκέφτονταν και ξενυχτούσαν, κοιτώντας και μελετώντας την ιστορία της πολιτείας τους. Κι όλο ανησυχούσαν, στριφογύριζαν στα κρεββάτια τους τις νύχτες, βλέποντας το πρόβλημα που οξυνόταν περισσότερο. Και όλο σκέφτονταν, και ανησυχούσαν, και ξενυχτούσαν, και διάβαζαν, και ανησυχούσαν συνέχεια, μα δεν έκαναν τίποτα…

…ώσπου μια μέρα πέθαναν.

Από τις ιστορίες του κυρίου Αγήσιλαου

Την επόμενη μέρα της γιορτής της, η Ματίνα καθάριζε το σπίτι της. Μπουκάλια, τσιγάρα, πιάτα, πατώματα, ό,τι λερώνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Καθώς σκούπιζε, βρήκε ένα σκουλαρίκι στο σχέδιο μισής καρδιάς. Δίπλα στον καλόγερο βρήκε ένα πορτοφόλι. Οι καλεσμένοι της ήταν πολλοί, αλλά το πορτοφόλι είχε μέσα ταυτότητα. Έτσι, κράτησε το σκουλαρίκι κι έδωσε το πορτοφόλι.

Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου

Μια φορά ένα ζευγάρι ερωτευμένων καθόταν και κοίταζε το λιόγερμα. Εκείνη, με ακουμπισμένο το κεφάλι της στον ώμο του, τον ρώτησε:
-Πόσο πολύ μ’ αγαπάς;
-Πάρα πολύ!
-Αν σου ζητήσω το φεγγάρι, θα μου το φέρεις;

Αυτός δεν απάντησε, μα συλλογίστηκε. Εκείνη τον ρώτησε:
-Γιατί δεν απαντάς; Δεν μ’ αγαπάς τόσο;
-Δεν μπορώ να σου φέρω το φεγγάρι, όσο και να προσπαθήσω. Όμως θα σου δείξω πόσο σ’ αγαπώ: Σ’ αγαπώ τόσο, που θέλω να αλλάξω τον κόσμο για σένα!