Από τις ιστορίες του κυρίου Αγησίλαου

Στην άκρη του δρόμου ήταν ένα περιστέρι και ράμφιζε ένα αποτσίγαρο.

Ένας κίτρινος σκαραβαίος του ’56 σταμάτησε δέκα μέτρα πιο κάτω. Αυτός βγήκε. Άνοιξε το μπροστινό καπώ, έβγαλε μια μαύρη βαλίτσα. Κοντοστάθηκε στην άκρη του δρόμου.

Το περιστέρι αδιαφορούσε για όλα αυτά, το ενδιαφέρον του είχε μετακινηθεί σε μια σχεδόν ψόφια ακρίδα.

Αυτός έβγαλε το πέιπερμπακ από την εσωτερική τσέπη του σακακιού και κάθισε πάνω στη βαλίτσα. Διάβασε δυο σελίδες, γύρισε πίσω το φύλλο και διέγραψε με το μολύβι τρεις-τέσσερις αράδες.

Λίγο πιο κει παραμόνευε σκυμμένη μέσα στο χαμηλό ξεραμένο χόρτο μια γάτα.

Αυτός σηκώθηκε, έριξε το βιβλίο στο κάθισμα του συνοδηγού από το ανοιχτό παράθυρο. Μπήκε στη θέση του, ξεκίνησε τη μηχανή κι έφυγε αφήνοντας πίσω ένα μικρό χωμάτινο κουρνιαχτό που λέρωνε τη βαλίτσα.

Η γάτα εκτινάχτηκε στο περιστέρι. Της ξέφυγε και πέταξε μακριά.

Ο Ήλιος ήταν ήδη ψηλά.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*